Από την Ελένη Τσατσαρώνη
Αν υπάρχει κάποιο λογοτεχνικό έργο που θα αξίωνε –
δικαιωματικά – να χαρακτηριστεί ως η
απόλυτη σινεφίλ αναφορά, αυτό δεν είναι άλλο από το Φιλί της Γυναίκας Αράχνης του Μανουέλ Πουίγκ. Ο αυτοεξόριστος Αργεντινός συγγραφέας έγραψε
το βιβλίο το 1976. Απαγορευμένο έως το 1983 στη χώρα του, το κείμενο – αρκετά διαφοροποιημένο ως προς τη δομή –
βρίσκει το δρόμο του (όχι εύκολα) προς τη μεγάλη οθόνη, σε μια ανεξάρτητη
αμερικανοβραζιλιάνικη συμπαραγωγή με σκηνοθέτη τον επίσης Αργεντινό Έκτορ
Μπαμπένκο, το 1985.
Δύο φυλακισμένοι, σε κάποιο μη προσδιορισμένο επακριβώς
τόπο της Λατινικής Αμερικής μοιράζονται το ίδιο κελί, και από εκεί, επιχειρούν
να αποδράσουν μέσα από έναν μοναδικά
ιδιότυπο (αλλά όχι μοναδικό) τρόπο, που επινοεί ο ένας από τους δύο… το δρόμο του σινεμά. Ο Βαλεντίν, πολιτικός
κρατούμενος, άθεος, με παρελθόν στo αντιστασιακό κίνημα
που καταφέρεται ενάντια στην ασύδοτη διακυβέρνηση μιας σκοτεινή αρχής, και ο Μολίνα,
πολίτης μιας χώρας που φυλακίζει τις «αδερφές», ευαίσθητος, εξαρτημένος από τη
μητέρα, με ανεκπλήρωτο απωθημένο τους «πραγματικούς» άντρες και ιδιαίτερη
αδυναμία τους «επικίνδυνα» νεαρούς εραστές, συναντιούνται, συγκρούονται, συνυπάρχουν, και εντέλει συμπλέουν, κάτω από ένα κινηματογραφικό πανί, νοητά απλωμένο στους περιορισμένους τοίχους
ενός κελιού.



