Από τον Ηλία Δημόπουλο
Υπήρχε κάποτε ένα
δημοφιλές δίλημμα: Είναι τελικά το σινεμά ψυχαγωγία ή τέχνη; Στην (δική μου)
πραγματικότητα ερώτημα δεν υπήρξε ποτέ. Είναι και τα δύο. Ωστόσο, όπως συχνά
κάνει ένα δίλημμα αν δεν εγκλωβιστείς σε αυτό, η ερώτηση είχε και, κατά έναν
θνήσκοντα τρόπο εξακολουθεί, ένα ενδιαφέρον. Βλέπεις, αν το σινεμά είναι τέχνη
το «επάγγελμα» του κριτικού νομιμοποιείται. Έχει ένα ρόλο. Είναι μια
εκπαιδευμένη γνώμη, διαλεκτικά ωφέλιμη. Αν όμως είναι ψυχαγωγία κανείς επαΐων,
καμμιά αυθεντία δεν «δικαιούται δια να ομιλεί», που έλεγε και ο γνωστός ως
εθνάρχης.
Κάποια στιγμή η εποχή,
η πολιτισμική στιγμή μιας εποχής σωστότερα, που είναι και αυτή που διανύουμε
σήμερα ως δυτικός πολιτισμός, αποφάνθηκε. Ίσως και γιατί αυτού του διλήμματος
προηγείται ένα άλλο, εξ ίσου ενδιαφέρον: Η ταινία είναι προϊόν ή δημιουργία;
Και σ’ αυτό η απάντηση της (δικής μου) πραγματικότητας είναι ίδια. Και τα δύο
ασφαλώς! Ωστόσο, σε μια εποχή που το χρήμα έχει αναχθεί σε βασιλεύουσα δύναμη,
η ταινία-προϊόν έχει τα σκήπτρα. Κι όταν η διάδοση ενός φιλμ γίνεται προώθηση
(«εκμετάλλευση», που έλεγαν παλαιότερα και εύγλωττα οι διανομείς),
καταλαβαίνεις πια πως το βάρος μεταφέρεται προσεκτικά -εδώ και χρόνια- από τους
κριτικούς (που υποτίθεται γράφουν περί καλλιτεχνικής σημασίας) στους
μαρκετίστες (που, καθόλου δεν υποτίθεται, μιλούν περί εμπορικής δυνατότητας).
Κι αν το βάρος γνωστοποίησης μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας εναπόκειται σε ανθρώπους της οικονομικής πιάτσας, τότε
ξέρεις πως ο ρόλος της κριτικής εξέπνευσε.



