Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλοι Σκηνοθέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλοι Σκηνοθέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1/10/14

Ντέιβιντ Φίντσερ

Από την Ομάδα του Nostromo




Με αφορμή το επερχόμενο αριστούργημά του ("Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε"), στήνουμε συλλογικά τούτο εδώ το αφιέρωμα για έναν κορυφαίο εκ των σκηνοθετών, κάποιον που αποτυπώνει σε όλες τις ταινίες του τα σημάδια του καιρού του, αν όχι και αυτά του καιρού που είναι να 'ρθει. 
Γνώστης της σύγχρονης κοινωνιοπάθειας, αρνητής της ύπαρξης Θεών αλλά και γοητευμένος από τον αποκρυφισμό, αψεγάδιαστος αφηγητής πολυσύνθετων ιστοριών, επιδιδόμενος συχνά σε νοσηρά παιχνίδια εις βάρος της φαντασμένης πλευράς της ανθρωπότητας, ένας χειρουργικής ακρίβειας και απαράμιλλης σαγήνης δημιουργός. 
Ξεκίνησε ως βιντεοκλιπάς (Madonna, The Rolling Stones, Michael Jackson, Sting, Aerosmith, George Michael) για να μεταβεί στη συνέχεια στο σινεμά -περνώντας για πολύ λίγο από την τηλεόραση. Χωρίς Όσκαρ σκηνοθεσίας ακόμη, παρά μόνο δύο υποψηφιότητες, αλλά ποιος νοιάζεται πραγματικά. Άλλωστε, γνωστό το παράδειγμα των Χίτσκοκ και Κιούμπρικ που δεν απέσπασαν ποτέ το βραβείο. 
Μία ημέρα, λοιπόν, πριν το πολυαναμενόμενο νέο του χτύπημα, γυρίζουμε το χρόνο πίσω, ξαναβλέπουμε τις εννέα μεγάλου μήκους ταινίες του και γράφουμε για αυτές.
Καλή απόλαυση!
Ι.Μ.Λ.

1/2/14

Λαρς Φον Τρίερ

Από την Ομάδα του Nostromo

Στο Δανό σκηνοθέτη Λαρς Φον Τρίερ μπορείς πολλά να καταλογίσεις -και πιθανώς να έχεις και δίκαιο σε ορισμένα από αυτά. Όμως, θα πρέπει να αναγνωρίζεις πως είναι πλασμένος από την σπανίζουσα πάστα των ιδιοφυών δημιουργών. Από αυτούς που διαθέτουν καλλιτεχνική αυθάδεια -συνδυασμό υπέρογκου Εγώ και θεόσταλτου ταλέντου- και ασίγαστη ανάγκη οραματισμού.
Ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, με την πρόκληση στο αίμα του, αέναος πειραματιστής στην Τέχνη του (δοκίμασε π.χ. την τηλεοπτική «Μήδειά» του, τους «Ηλίθιους» του Δόγματος ’95 και το «Manderlay» και θα το διαπιστώσεις), προορισμένος για να διχάζει τόσο το κοινό όσο και τους κριτικούς. Εξ αφορμής της νέας του Σάγκα, "Nymphomaniac", ανασκαλεύουμε την τριακονταετή καριέρα του και γράφουμε για επιλεγμένους της σταθμούς.
Ι.Μ.Λ.

Forbrydelsens Element (Το Στοιχείο του εγκλήματος, 1984)


Από τη Λίθινη ακόμα εποχή οι άνθρωποι αλλάζουν. Και όσο οι άνθρωποι αλλάζουν θα αλλάζει και το κακό που βρίσκεται μέσα τους. Βουτηγμένη σε ένα υπνωτιστικό περιβάλλον και ντυμένη με την κόκκινη αντανάκλαση μιας ματωμένης πνευματικής ψυχεδέλειας, η πρώτη ταινία της τριλογίας αφιέρωση/αυτοψία στην πολύπαθη Ευρώπη (διότι ο Trier εκτός από Δανός είναι και Ευρωπαίος) αναζητά το κίνητρο για την ακόρεστη δολοφονική μανία ενός αφανούς κυνηγού, προσπαθώντας παράλληλα να προσδιορίσει το (πρωτόλειο) στοιχείο του εγκλήματος. Ένα στοιχείο που γεννάται στην καρδιά του ανθρώπου και στη συνέχεια επεκτείνεται στα μύχια διακριτικά της κοινωνίας, προκαλώντας εσώψυχες παρακμές και ρημαγμένες συνειδήσεις σε εκείνους που θα το αναγνωρίσουν. Οδυνηρό το ταξίδι (που στήνει ο Trier), οφείλουμε όμως να παραδεχτούμε πώς όταν η Ευρώπη πεθάνει, θα αφήσει πίσω της ένα υπέροχο πτώμα.
X.Z. 


Europa (1991)


"You will now listen to my voice…" 
Υπάρχουν κινηματογραφικά μοτίβα, αποχρώσεις, κινήσεις, που γίνονται θραύσματα αυτού που θα σου συμβεί από κει και πέρα. Ανεπίκαιρα ίχνη που την αξία τους μόνο εσύ μπορεί να βυθομετρήσεις, όσο αναπνέεις –ζωντανός ακόμα- στην ατμόσφαιρα της ταινίας.
Το Europa δεν αφηγείται το χώρο, το χρόνο και την αιτιότητα, μα τις μορφές της μνήμης, της φαντασίας και της επιθυμίας. Το όνειρο που σε φυτεύει σε μια ζωή που δεν έζησες, εκείνα τα χείλη, εκείνη τη μελωδία, εκείνα τα ελάχιστα που διαστέλλουν το χρόνο και εξαγοράζουν την λιγοψυχία τού να μείνεις αμέτοχος (όπως ήθελε ο ήρωας της ταινίας), ανεξίτηλες έγχρωμες διπλοτυπίες στο ασπρόμαυρο βλέμμα. Μέσα στο συνειδητό μου σώμα, αυτόν τον ελάχιστο χώρο, το Europa με πήγε μπροστά λίγα δευτερόλεπτα φαντασίας. 
Γ.Π.


Breaking The Waves (Δαμάζοντας τα κύματα, 1997)



Η -κατά την άποψη του γράφοντος- συγκλονιστικότερη ταινία του Lars Von Trier είναι ένα κατανυκτικό, υπαρξιστικό μελόδραμα, κατακλυσμιαίας συναισθηματικής έντασης και σαρωτικής μελαγχολίας που αναρωτιέται, με μπεργκμανική βαθύτητα, ποιον θα τοποθετήσουμε στην κενή θέση του απόντος Θεού και αποφαίνεται: την αγάπη. Απόλυτη, τραγική, απαρασάλευτη, παράλογη, άμετρη, μια αγάπη που μπορεί να γεμίσει με μουσική την τρομακτική σιωπή του σύμπαντος και που ενσαρκώνεται ιδανικά στο πρόσωπο της ανατριχιαστικής Emily Watson (αν με ρωτάς, μια από τις πέντε πιο σπουδαίες γυναικείες ερμηνείες στην ιστορία του σινεμά). Ο Έρωτας, ο Θάνατος, η Αγιότητα, το υπερ-ηθικό της αληθινής αφοσίωσης, το Θαύμα, όλα είναι εδώ. 
Δεν το παρακολουθείς απλά, προσεύχεσαι μαζί του.
Γ.Σ.


Dancer In The Dark (Χορεύοντας στο σκοτάδι, 2000)



Η ροπή του Trier προς την μια κάποια πολιτική αφέλεια, το συναισθηματικό εκβιασμό και τον αισθητικό δηθεν-ισμό χαρακτηρίζει, για πολλούς, διαχρονικά το έργο του. Στις καλύτερες στιγμές του, οι σκόπελοι αποφεύγονται χάρη σε μια ιδιοφυή αποδόμηση του σινεμά ως τέχνης αναπαραστατικής. Εν έτει 2000, το Dancer in the dark ανακοινώνει εμφατικά την (μέχρι τότε) κορύφωση και των δύο πλευρών του κινηματογραφικού του σύμπαντος. Μοιάζει με βέλος που στο διάβα του διχάζει αλλά χωρίς να εκτραπεί της πορείας του προς την καρδιά μας. Ίσως επειδή επιστρέφει στο σινεμά της Gish και του Griffith, ίσως επειδή ξεμπροστιάζει και ταυτόχρονα υμνεί τη φενάκη της απόδρασης που μόνο η μεγάλη οθόνη δύναται να προσφέρει, ίσως πάλι επειδή ευλογείται από τη σαρωτική ερμηνεία της Björk. Αν αυτός είναι ο επιθανάτιος ρόγχος του Δόγματος, δε θα μπορούσε να συνοδευτεί από ηχηρότερους λυγμούς.    
Α.Π.


Dogville (2003)



Καινοτόμο σε αναπαραστασιακή σύλληψη, εντελώς δεξιοτεχνικό σκηνοθετικά, το θεόπνευστο πρώτο μέρος της ανολοκλήρωτης τριλογίας «USA – Land of Opportunities» (χωρισμένο σε πρόλογο και εννέα κεφάλαια) ενστερνίζεται την άποψη πως η ροπή του ανθρώπου είναι προς το Κακό -με τη δολιότητα, την εγωπάθεια και την απληστία σε πρώτο πλάνο. Ύστερα εμφιλοχωρεί και η υπεροψία.
Όταν ένας από την κοινότητα δηλώνει ευθαρσώς στην Γκρέις πως «οι άνθρωποι έχουν ανάγκες και πρέπει να τις σέβεσαι», εννοεί πως θα πρέπει αυτόχρημα να τις ικανοποιεί. Κι αυτή υποκύπτει. Για να φτάσουμε στη σκηνή, όταν η Γκρέις σμίγει με τον πατέρα της, που ο Τρίερ θα εγείρει το ακανθώδες ζήτημα που τον απασχολεί. Εφόσον η φύση του ανθρώπου είναι (ηθικά) ευτελής, πώς μπορείς να την τιθασεύσεις (;). Να σταθείς απερίσπαστα στωικός απέναντί της ή να πράξεις αυτοδίκαια.
Η θέση του στο -εκ πρώτης όψεως καθαρτήριο, αργότερα που ‘σαι νηφάλιος, ζοφερό- φινάλε.
Ι.Μ.Λ.


Melancholia (2011)



O Τρίερ είναι πάντα δογματικός (…) σκηνοθέτης. Είτε κάνει ένα παιχνίδι με το σινεμά – στην αρχή της καριέρας του – ή επανασυστήνει, μισό αιώνα μετά, τον νεορεαλισμό στην προσωπική του εκδοχή, είναι πάντα ο ίδιος, ιδιοφυής, νάρκισσος, σπουδαίος καλλιτέχνης που θα λατρεύεις, θα μισείς. Ο καλλιτέχνης δημιουργεί τον κόσμο. Και στην Μελαγχολία, τον συντρίβει κιόλας.
Γιατί όταν είσαι στην άκρη του σχοινιού σου δεν μπορείς παρά να είσαι ένας μανιακός εγωΐσταρος, ολότελα απελπισμένος στο αυτοφυές δράμα σου, παντοτινά δοσμένος στον τρόμο σου, στην μελαγχολία μιας Δημιουργίας που παράτησε τα δημιουργήματά της στην ανικανότητά τους να δουν πέρα απ’ το ατάϊστο εγώ τους.
Η Μελαγχολία, αρχοντική στην όψη της, παρακμιακή στην διαπίστωσή της, βυθιζόμενη ανεπιστρεπτί στον βαγκνερισμό της κι εξακολουθητικά αυτοκτονική στην μελλοντολογία της (για το παρόν μιλάει, μη γελαστείς) είναι στα χαρτιά μου η ωραιότερη καταστροφολογική ταινία που έγινε ποτέ.
Το ρίσκο όλο δικό μας. 
Η.Δ.

16/12/13

Φεντερίκο Φελίνι

Από την Ομάδα του Nostromo



Ο τίτλος του auteur (δημιουργός-οραματιστής), στον κινηματογράφο, συνοδεύει όποιον σκηνοθέτη διακρίνεται για την ιδιορρυθμία και την πρωτοτυπία του έργου του, κατά τον Βενσάν Πινέλ (τέως διευθυντής της Γαλλικής Ταινιοθήκης). Πιο απλά και σαφέστερα, θα λέγαμε πως auteur χαρακτηρίζεται όποιου η υπογραφή είναι βαρύτερη από το επιμέρους έργο του. Τέτοια παραδείγματα, από τον Χίτσκοκ, τον Χοκς και τον Λανγκ μέχρι τον Γκοντάρ, τον Μπουνιουέλ, τον Μπέργκμαν και τον Ταρκόφσκι.

Αν στα Cahiers du Cinema, ο Τριφό πρώτος διακηρύσσει την «πολιτική των δημιουργών», ο Φεντερίκο Φελίνι είναι αυτός που της δίνει παγκόσμιο εκτόπισμα δημοφιλίας. Τα τέσσερα Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας (“La strada”, “Le notti di Cabiria”, “8 ½” και “Amarcord”) και ένα γεμάτο τσουβάλι από οσκαρικές υποψηφιότητες (μεταξύ τους, τέσσερις για καλύτερη σκηνοθεσία) το καταμαρτυρούν (έξω οι φεστιβαλικές βραβεύσεις).

Πληθωρικός στην εικονογραφία του και ασύστολα ονειρικός, αυτοβιογραφικός, αιώνιος έφηβος, με μια ασυγκράτητη θεματική ροπή στα του γυναικείου φύλου (σε όλους τους πιθανούς ρόλους) και τον αντίκτυπό του στο άρρεν, τον αστισμό, την Αιώνια Πόλη και τη θρησκευτική μεταφυσική.

Πάνε είκοσι χρόνια από την απώλειά του και είπαμε να του σκαρώσουμε παρέα ένα μίνι αφιέρωμα. Ευχόμαστε να το απολαύσετε.
Ι.Μ.Λ.


I VITELLONI (1953)


Ο νεορεαλισμός υπάρχει ακόμη, οι νεαροί του ήρωες γίνονται όμως τριαντάρηδες μοσχαναθρεμμένοι που πρέπει να κάνουν το κάτι παραπάνω για να βελτιώσουν τις ζωές τους, αλλά κάπου στη πορεία το ξανασκέφτονται και το αναβάλλουν. Ο Φελίνι (έχοντας προϋπάρξει ένας απ’ αυτούς) τους κοιτά με συμπάθεια και τους υποστηρίζει στις δύσκολες στιγμές, νοιώθει όμως και σαν γονιός που πρέπει να τους δώσει ένα καλό μάθημα – και λίγο ξύλο, γιατί όχι. Και με το υπέροχο φινάλε του, υπενθυμίζει πως το παρόν είναι μεν αστείο για τους φαρσέρ της καθημερινότητας, το μέλλον όμως πιθανά να τους βρει ηττημένους.
Τ.Μ.

LA STRADA (1954)



Κάθε φορά που βλέπεις την Strada σε χτυπάει η ίδια ορμητική δύναμη που αναβλύζει από την ειλικρίνεια του βλέμματος των δύο χαρακτήρων της. Η αφανής αγάπη του αυστηρού Zampanò για τη σιωπηλή Gelsomina σε αγκαλιάζει και στη συνέχεια σε ταξιδεύει από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο, σε έναν τόπο βίαιο, βρώμικο και ανόθευτα κακό, έως ότου νιώσεις αναπόσπαστο κομμάτι της αλήθειας που τον κατακλύζει. Μέχρι το σπαρακτικό φινάλε όπου η Strada σε αφήνει μονάχο, πλημμυρισμένο με ένα συναίσθημα υποταγής στην αδυσώπητη πραγματικότητα ενός κόσμου που δεν μπόρεσε ποτέ να αντιληφθεί όσα κάνουν την καρδιά του να χτυπά. 
X.Z.

IL BIDONE (1955)


Σε ένα κόσμο υλικής διαφθοράς που εύστοχα θα ενδυθεί τη φόρμα του γκανγκστερικού φιλμ, ο θρησκευτικός υπαρξισμός - σε μια βλάσφημη εκτροπή του- θα αναδυθεί με τον πιο σκληρό τρόπο. Πέρα από εύκολες αναγνώσεις που αναζητούν σε κάθε σεκάνς ψήγματα της καθολικής μεταφυσικής του Fellini, το Il Bidone είναι μια ιστορία αποτυχημένης εξιλέωσης. Σε αντίθεση με την Καμπίρια, εδώ δεν μας περιμένει κανένα κλείσιμο του ματιού στο φινάλε, καθώς η τελευταία λιτανεία αποχωρεί, μακριά από την κάμερα και τον τραγικό ήρωα. Ομολογία ήττας από τον Augusto και το Federico: οι μηχανισμοί της ηθικής θα στέκουν αιωνίως ακατανόητοι για γεννημένους ποιητές.  
Α.Π.

LE NOTTI DI CABIRIA (1957)


Η αγγελοκρουσμένη Καμπίρια (μία Τζουλιέτα Μασίνα σαν ξωτικό, πέραν του κόσμου τούτου), πεταλουδίτσα της νύχτας, αθώα σε σημείο αγιότητας, αναζητά- ανάμεσα στον ουρανό και την άβυσσο- την πραγματική αγάπη, απογοητεύεται, πέφτει, ξανασηκώνεται. Συνέχεια. Μέχρι το τέλος. 
Από τις μεγάλες στιγμές του Φελίνι, αυτή η σπαραξικάρδια, μέσα στη χαρμολύπη της, ωδή στην απελπισμένη ποίηση που συνιστά ώρες ώρες η ανεπιφύλακτη καλοσύνη (η οποία και αποθεώνεται σ’ ένα φινάλε γιορταστικού οπτιμισμού), παντρεύει ιδανικά τον λυρικό υπερρεαλισμό του μεγάλου Ιταλού με μια αλάθητη, καίρια αίσθηση της σκληρής πραγματικότητας και χαρίζει στην έβδομη τέχνη μια από τις αξέχαστες ηρωίδες της.
Σινεμά άφατης γλύκας, διακριτικής πίκρας και απλόχερης συναισθηματικής γενναιοδωρίας.
Γ.Σ. 

LA DOLCE VITA (1960)


Λάμψη, διασημότητα, Ρώμη και Μαρτίνι αντιστοιχίζονται -μέσα έκπαγλη μελαγχολία- στην θολούρα, την χαμένη ταυτότητα, τον ευνουχισμό και μια πόλη βυθιζόμενη στο εκθαμβωτικό της τίποτα.
Η γυναίκα, η αδελφή, η μάνα, η γη, η φαντασίωση που δεν θα εκπληρωθεί ποτέ, η σύμβαση που κερδίζει με νοκ άουτ, η γλυκιά ζωή που πατά πάνω στην ένταση ανάμεσα στην καθημερινή οχλαγωγία και την παντοτινή ελπίδα ευτυχίας. Έτσι και η φελινική Dolce Vita, που αλλάζει την εποχή της, περιέργως, απλά επικυρώνοντας και αποτυπώνοντάς την (τέτοια ήταν η δύναμη του σινεμά), που δεν είναι για τους πολλούς πια παρά ένα μουσειακό είδος κι όμως, υπήρξε κάποτε, μισό αιώνα πριν, η στιγμή που τόσο ένδοξα φωτογραφήθηκε η αρχή και το αίτιο της πτώσης μιας αποτυχημένης αστικής τάξης.
Η.Δ.

8 ½ (1963)


Υπάρχει το σινεμά πριν και μετά το 8 ½. Αναλογίσου μια χρονιά που ο πιο καυτός Ευρωπαίος σκηνοθέτης αποφασίζει πως το σινεμά μπορεί ανερυθρίαστα να γίνει ένα ημερολόγιο καταστρώματος, η μοντέρνα στιγμή που ο δημιουργός παίρνει το πάνω χέρι κι αυτό δεν αφορά μια ιντελιγκέντσια, είναι τόσο πυκνό και τόσο γενναιόδωρο που να αφορά ολόκληρη την εποχή που το γέννησε.
Αν ο Βισκόντι – που την ίδια χρονιά κάνει τον Γατόπαρδο! – καταλαβαίνει το θέατρο στο σινεμά, ο Φελίνι είναι εκείνος από τους ελάχιστους που ό,τι πιάνει το κάνει σινεμά, το κάνει (εντυπωσιακό) ήχο, εμπνευσμένο ντεκουπάζ, πληθωρικότατη εικόνα και παραδίδει το απόλυτο, οριζοντίως και καθέτως, ως σήμερα, έργο πάνω στο παραλυτικό άγχος της δημιουργίας.
Και στην Τέχνη και στη ζωή.
Η.Δ.

GIULIETTA DEGLI SPIRITI (1965)


Το "θηλυκό" sequel του 8½ υιοθετεί την ελλειπτική, ονειρική δομή του προκατόχου του, αλλά εγκαταλείπει αποφασιστικά τις σκιές για χάρη μιας ολόλαμπρης χρωματικής παλέτας. Ντυμένη με την πλαστική ευαισθησία ενός Magritte, η θέση του Fellini για την ενδεδειγμένη πορεία της προσωπικής μας χειραφέτησης ξεκαθαρίζει οριστικά. Σε μια αποθέωση του σολιψισμού, η ωριμότητα ξεκινάει εκ των έσω, από το ασυνείδητο και το φαντασιακό. Η εξωτερίκευση, πάντα μεταφυσική, θα έρθει με ένα λεπτό ταχυδακτυλουργικό τέχνασμα: αρκεί ένα βλέμμα στην κάμερα και τα πνεύματα παίρνουν σάρκα κι οστά. Είναι το σινεμά, ο Federico, οι θεατές, εγώ κι εσύ που ψιθυρίζουμε μπροστά στον καθρέφτη. 
Α.Π.

AMARCORD (1973)



Μια ταινία για την παιδική, την εφηβική και τη νεανική ηλικία του Φεντερίκο. Μνήμες βουτηγμένες στη νοσταλγία, ανόθευτα γλυκόπικρες, χαραγμένες στο πλακόστρωτο όπου ανέπνευσαν. Ο Φελίνι αντιλαμβάνεται τον περίγυρό του σαν ένα πελώριο τσίρκο όπου καθένας έχει το ρόλο του. Άλλος, γελωτοποιός κι άλλος, θηριοδαμαστής. Ο ίδιος στο ρόλο του ακροβάτη και το καλύτερο που ‘χει να κάνει από το να σκέφτεται την ισορροπία είναι να απολαύσει την πτώση του. Άλλωστε, ‘κει κάτω θα συναντήσει όλους τους ανθρωπινά αμαρτωλούς που αγάπησε και θα στήσουν γαμήλιο γλέντι ξορκίζοντας τον θάνατο.

Κι αν το ζευγάρι εγκαταλείψει, το ακορντεόν θα συνεχίσει να παίζει στην υγειά της ζωής.
I.M.Λ.

LA CITTA DELLE DONNE (1980)


Αυτό που θα φάνταζε οργασμικό όνειρο για όποιο αρσενικό -μια πόλη με μιλιούνια γυναικών δηλαδή (κατά προτίμηση, βέβαια, διαθέσιμων και όχι μαινόμενων που κάνουν να σε κατασπαράξουν)- πραγματώνεται ως αποτρόπαιος εφιάλτης σεξουαλισμού, σε δύο πράξεις. Στην πρώτη ο Μαστρογιάνι εγκλωβίζεται σε ένα ξενοδοχείο όπου λαμβάνει χώρα ένα τρομακτικό συνέδριο φεμινισμού. Στη δεύτερη, τον συναντάμε επισκέπτη στην έπαυλη ενός φαλλοκράτη που αντιμάχεται τη γυναικοκρατία.
Μνημείο υπερρεαλιστικής ευρηματικότητας και γλυκόπιοτης υπερβολής παραμένει ένα ψυχωμένο ορόσημο του αδάμαστα εκφραζόμενου υποσυνειδήτου του δημιουργού του, που σε πείσμα όσων ψάχνουν να καταλάβουν την περισπούδαστη σκοπιμότητα πίσω από μια ταινία, αντιτάσσει ένα αγωνιώδες Εγώ, απογυμνωμένο σε υπαρξιακή περιπλάνηση, την οποία μας καλεί να βιώσουμε ως το μεδούλι. Κι ας παραμονεύει το σκοτάδι κάποιου τούνελ.
I.Μ.Λ.